

Στους Δελφούς, εκεί όπου άλλοτε μιλούσε το μαντείο, μαζεύτηκαν τα ζώα για να ακούσουν τη Γλαύκα, μια σοφή κουκουβάγια που ερχόταν από μακριά, σταλμένη να ερευνήσει χαμένα σιτηρά από τις κοινές αποθήκες μιας Αυλής.
Πρώτος στη σειρά καθόταν ο Κόκκορας, που δεν ξημέρωνε αν δεν τον άκουγε όλη η πλάση, γνωστός για τα λαμπερό νεοαποκτηθέν λειρί, τα φτερά και τη δυνατή φωνή του. Κάθε του λαλιά αντηχούσε πάντα δυνατά, ιδίως όταν κανείς δεν τον ρωτούσε. Συνήθιζε να κακαρίζει αδιάκοπα στην Αυλή και στα λιβάδια και να διδάσκει τους άλλους περί τάξης και δικαιοσύνης.
Η Γλαύκα στάθηκε μπροστά στα ζώα και μίλησε για σπόρους που χάθηκαν, για αποθήκες που άδειασαν, για μονοπάτια που οδηγούσαν πάντα στους ίδιους στάβλους της συγκεκριμένης Αυλής. Μιλούσε ήρεμα για διαφάνεια, για λογοδοσία, για τα ίχνη της τροφής που χάθηκαν, χωρίς ν' αφήσουν σημάδι.
Και ο Κόκκορας; Ο Κόκορας, που πρώτη φορά καθόταν τόσο κοντά και τόσο ήσυχος, δεν έβγαζε άχνα. Σιωπούσε.
Ίσιωνε το λειρί του. Μόνο τα νεοφυτευμένα του φτερά και πούπουλα έλαμπαν κάτω από το φως.
Όταν όμως η Γλαύκα έφυγε και τα ζώα γύρισαν στα μέρη τους, ο Κόκκορας ανέβηκε σε έναν βράχο και άρχισε και πάλι να κραυγάζει το ίδιο με πριν λάλημα:
«Ξένη είναι! Δεν ξέρει τους κανόνες της αυλής!»
«Σκάβει εκεί που δεν πρέπει!»
«Γελοία τα ευρήματά της!» φώναζε.
«Η Γλαύκα δεν σέβεται το Συμβούλιο του Δάσους!»
«Οι έρευνές της είναι γελοίες! Είναι υπερβολές. Είναι παρεξηγήσεις. Είναι επίθεση στην Αυλή».
Τα ζώα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Γιατί γνώριζαν πως στις αποθήκες της Αυλής, επί των ημερών του Κόκκορα, των φίλων και του Αγρότη που τον αγόρασε, πολλά σακιά είχαν αδειάσει χωρίς εξήγηση.
Μια Αλεπού πλησίασε και του είπε:
«Παράξενο, Κόκκορα. Όταν η τροφή ερχόταν από μακριά, επαινούσες το μονοπάτι του ερχομού της. Τώρα που κάποιος ρωτά πού πήγε τόση τροφή, το μονοπάτι σου φαίνεται επικίνδυνο..»
Ο Κόκκορας φούσκωσε τα φτερά του.
«Εγώ αλλάζω για το καλό του δάσους!» απάντησε.
Τότε ένας Γάιδαρος, που σπάνια μιλούσε αλλά θυμόταν τα πάντα, είπε: «Δεν αλλάζεις για το δάσος. Αλλάζεις για να μη σε ρωτούν».
Μια Χελώνα, αργή αλλά βέβαιη, σήκωσε το κεφάλι της:
«Όποιος αλλάζει τραγούδι ανάλογα με το ποιος ακούει, δεν φυλάει την αυλή. Φυλάει τη φωλιά του.»
Και κάπου ψηλά, η Γλαύκα που είχε μείνει να παρατηρεί, σημείωνε σιωπηλά..
Δίδαγμα:
Δεν είναι μεγάλος όποιος υψώνει τη φωνή του. Μεγάλος είναι όποιος αντέχει το φως.
Όποιος φωνάζει για δικαιοσύνη μόνο όταν δεν ερευνάται, δεν υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη αλλά τον εαυτό του.
(Ένας μύθος για έναν χαμαιλέοντα της πολιτικής)